ζημιά


ζημιά
ζημιά, η και ζημία, η
1. απώλεια αγαθών, βλάβη: Έπαθε ανεπανόρθωτη ζημιά (υλική ή ηθική).
2. στην οικονομία ως έννοια αντίθετη του κέρδους: Πουλώ με ζημία 10%.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.